Παρασκευή, Ιουνίου 15

Θεόδωρος Πετρακόπουλος: ο κύριος Μεγάλη Βρεταννία

Η παρούσα ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε μια άγνωστη προσωπικότητα που έλκει την καταγωγή της από την Πάτρα. Ο λόγος για τον Θεόδωρο Πετρακόπουλο (1880 - 1963), δημοσιογράφο και επιχειρηματία που δραστηριοποιήθηκε στον ξενοδοχειακό κλάδο μέσω του ξενοδοχείου "Μεγάλη Βρεταννία". Γεννημένος στην Πάτρα, άρχισε να εργάζεται σε νεαρή ηλικία σε πατρινές και εν συνεχεία αθηναϊκές εφημερίδες για να εγκατασταθεί τελικώς στη Ρώμη, όπου συμπλήρωσε τις ακαδημαϊκές του σπουδές εργαζόμενος παράλληλα ως ανταποκριτής ελληνικών εφημερίδων. Με την επιστροφή του στην Αθήνα παντρεύτηκε την θετή κόρη του Ευστάθιου Λάμψα, (1849 - 1923), ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου "Μεγάλη Βρεταννία", αναλαμβάνοντας σε σύντομο χρονικό διάστημα την διεύθυνση του ξενοδοχείου. Παράλληλα ανέπτυξε πολυποίκιλη κοινωνική δράση αναλαμβάνοντας παρασκηνιακές αποστολές ενώ διατηρούσε στενή φιλική σχέση με τους Ιωάννη Ρούφο, Δημήτριο Γούναρη, Ανδρέα Μιχαλακόπουλο και Ελευθέριο Βενιζέλο.

Αρχείο Α. Δοξιάδη

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Περικλή Πετρακόπουλου. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών και εν συνεχεία σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να ακολουθήσει όμως δημοσιογραφική σταδιοδρομία. Η επαφή του με την δημοσιογραφία είχε αρχίσει από τα γυμνασιακά χρόνια, το 1885, όταν και ο Γ. Κωνσταντίνου του ανέθεσε- ύστερα από αίτησή του Θ.Π.- την δημοσιογραφική κάλυψη των τεκταινομένων στην Πάτρα για λογαριασμό της αθηναϊκής εφημερίδας "Μηνύτωρ". Με την ιδιότητα αυτή γνώρισε τον Ιωάννη Παπανδρόπουλο (1869 - 1948), διευθυντή της πατρινής εφημερίδας "Νεολόγος" και έναν εκ των σημαντικότερων δημοσιογράφων της εποχής, ο οποίος του πρότεινε να αναλάβει το εγχώριο ρεπορτάζ.

Με την έναρξη των εχθροπραξιών στην Κρήτη, ο Παπανδρόπουλος αποφάσισε να αποστείλει τον Πετρακόπουλο στην Αθήνα ως ανταποκριτή της εφημερίδας. Επειδή όμως το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας αποστολής δεν δύνατο να καλυφθεί διενεργήθηκε έρανος μεταξύ των φίλων για την κάλυψη αυτών. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Άδωνη Κύρου, διευθυντή της εφημερίδας "Εστία", καθώς και με τους δημοσιογράφους της εφημερίδας "Σκρίπ" μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν οι Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Κουσουλάκος, Δ. Χατζόπουλος. Με την στράτευση μερικών εξ αυτών, ο Πετρακόπουλος ανέλαβε να τους αναπληρώσει διατηρώντας παράλληλα την θέση του στον Νεολόγο. Επί της ουσίας πρόκειται για την πρώτη του σοβαρή επαγγελματική συνεργασία, η οποία θα του χρησιμεύσει ένα χρόνο αργότερα, το 1899, όταν και θα πραγματοποιήσει οριστικά την μετάβαση από την Πάτρα στην Αθήνα αναλαμβάνοντας συντάκτης στην εφημερίδα "Σκριπ". Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Ιωάννη Παπαδιαματόπουλο, αρχηγό του βασιλικού οίκου και σύμβουλο του Βασιλιά Γεωργίου. Λόγω των ακαδημαϊκών υποχρεώσεών του, καθώς σπούδαζε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποχώρησε το 1902 δουλεύοντας, όμως, περιστασιακά στην εφημερίδα "Εστία".

Το 1904 εγκαταστάθηκε στην Ρώμη για να συμπληρώσει τις σπουδές του. Η τριετής παραμονή του στη Ρώμη σημάδεψε καθοριστικά την ζωή του καθώς ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με τον οργανωμένο τουρισμό, η ανάπτυξη του οποίου μόλις είχε αρχίσει στην Ιταλία. Καρπός των εντυπώσεών του αυτών αποτέλεσε σειρά άρθρων στην Εστία, της οποίας είχε οριστεί ανταποκριτής, σχετικά με τις προοπτικές τουριστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Την Άνοιξη του 1908 βρέθηκε στην Αθήνα, όπου και συναντήθηκε με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία, Ευστάθιο Λάμψα. Το ζωηρό ενδιαφέρον του Πετρακόπουλου για τον τουρισμό αλλά και οι καινοτόμες επιχειρηματικές απόψεις που εξέθεσε στον Λάμψα φαίνεται ότι κίνησαν το ενδιαφέρον του τελευταίου, ο οποίος και επιδίωξε την διατήρηση επικοινωνίας με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων.

Το 1908 μετέβη στο Λονδίνο και τον Μάρτιο του 1910 επέστρεψε στην Αθήνα για να αναλάβει την πρωϊνή έκδοση της 'Εστίας". Λίγους μήνες αργότερα θα παντρευόταν την θετή κόρη του Ευστάθιου Λάμψα, την Μαργαρίτα, και παράλληλα θα αναλάμβανε την διεύθυνση του ξενοδοχείου. Σύμφωνα με τον ίδιο ένας από τους όρους που του τέθηκε από τον πεθερό του ήταν η μη ενασχόληση με την πολιτική, αφού του ήταν γνωστό πως είχε συγκεκριμένες προτάσεις να κατέλθει στην περιφέρεια Πατρών με τον συνδυασμό του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων κατατάχθηκε εθελοντής στον ελληνικό στρατό και εστάλη, ύστερα από συνεννόηση με τον Βενιζέλο, στο Στρατηγείο με αρμοδιότητα την σύνταξη των περιγραφών των πολεμικών επιχειρήσεων. Με αυτή την ιδιότητα είχε την τύχη να βρίσκεται μαζί με τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Θεσσαλονίκη, τηλεγράφησε δε πρώτος στα ειδησιογραφικά πρακτορεία Reuters και Havas προκειμένου να αναγγείλει το γεγονός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του γνωρίστηκε με τον Κυριάκο Βαρβαρέσο, μετέπειτα διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, και με τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο, πολιτικό και υπουργό.

Στα μέσα Ιουλίου του 1913 εκλήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να τον συνοδεύσει ως διευθυντής του Γραφείου Τύπου και ιδιαίτερος γραμματέας του στην Διάσκεψη του Βουκουρεστίου, η οποία ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης που σήμανε και την λήξη των Βαλκανικών Πολέμων. Γενικότερα κατά τη διάρκεια της ζωής του ανέλαβε διάφορες παρασκηνιακές - κατά κύριο λόγο- αποστολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ως δηλωμένος φίλος και υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου ο Πετρακόπουλος και η οικογένειά του υπέστησαν διώξεις κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών. Ο πεθερός του, Ευστάθιος Λάμψας, συνελήφθη την πρώτη ημέρα οδηγούμενος στην Εισαγγελία, απελευθερώθηκε όμως την επομένη με παρέμβαση του εισαγγελέα Ν Ξυνόπουλου. Ύστερα από σχετική πληροφόρηση ο Πετρακόπουλος μαζί με την οικογένειά του εγκατέλειψε την Αθήνα και κατέφυγε στον Πειραιά, στον οποίο είχαν καταφύγει εκατοντάδες βενιζελικοί λόγω της παρουσίας των γαλλικών στρατευμάτων. Εν συνεχεία όλοι μαζί έφυγαν για τα Χανιά. Μετά από παραμονή δύο μηνών επέστρεψε - μόνος του- στην Αθήνα.

Υπήρξε μέλος του δ.σ. του Εθνικού Θεάτρου και μέλος του δ.σ. του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου.

Απεβίωσε στην Αθήνα και είχε αποκτήσει τρία παιδιά.

Μεγάλη Βρεταννία και Τουρισμός

Ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος υπήρξε καινοτόμος στον χώρο του ελληνικού τουρισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι καθ' όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας επιχείρησε να επεκτείνει τις τουριστικές επιχειρήσεις του και εκτός Αθηνών αντιλαμβανόμενος την ανάγκη δημιουργίας κατάλληλων τουριστικών εγκαταστάσεων και υποδομών στην Ελλάδα και ειδικότερα στις πύλες εισόδου όπως δηλαδή στην Αθήνα, την Κέρκυρα κ.α. Παράλληλα επιχείρησε με ποικίλους τρόπους να προωθήσει την ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού προτείνοντας την ίδρυση τουριστικών σχολών, την εισαγωγή φορολογικών ατελειών στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αλλά και επιχειρώντας (δίχως επιτυχία) να προσελκύσει ξένους επενδυτές. Γι' αυτό τον λόγο το 1919 ταξίδεψε στο Παρίσι και το Λονδίνο, όπου και συναντήθηκε με τον Ζαχάρωφ, ο οποίος τον συνέστησε στους εκπροσώπους της εταιρείας Ριτς. Δυστυχώς οι προσπάθειες αυτές δεν ευοδώθηκαν καθώς η μη υδροδότηση της Αθήνας δεν ευνοούσε την ύπαρξη μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων.

Παρ' όλα αυτά κατά την επιστροφή του από το Παρίσι στο Λονδίνο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έφερε σε συνεννόηση τον Πετρακόπουλο με τους Ιωάννη Δροσόπουλο, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, και τον Επαμεινώνδα Χαρίλαο, πρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου, οι οποίοι συμφώνησαν στην ίδρυση κοινής εταιρείας, η οποία θα αγόραζε το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία επεκτείνοντάς το. Με δίκη του πρωτοβουλία εκλήθηκε ο ελβετός αρχιτέκτονας Vogt στην Ελλάδα προκειμένου να καταρτίσει τα σχέδια επεκτάσεων του ξενοδοχείου αλλά και ενός νέου σε κενό οικόπεδο επί της Βασιλίσσης Σοφίας, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η βρετανική πρεσβεία. Παράλληλα προχώρησε στην ενοικίαση του "ξενοδοχείου της Αγγλίας" καθώς και στην ενοικίαση του ανακτόρου του πρίγκιπα Νικολάου, επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας, γνωστού και ως "petit palais", το οποίο σήμερα στεγάζει την ιταλική πρεσβεία. Το τελευταίο λειτούργησε ως πολυτελές παράρτημα τους κυρίως ξενοδοχείου από το 1922 έως το 1935 και φιλοξενούσε 60 κλίνες. Το ετήσιο ενοίκιο ανερχόταν σε 4.000 λίρες ενώ υπολογίζεται ότι μόνο για το έτος 1924 φιλοξένησε 3.320 ταξιδιώτες. Γενικότερα η λειτουργία του κρίνεται επιτυχημένη, δείγμα του επιχειρηματικού μυαλού του.

Το 1959 ολοκληρώθηκε νέα ανακαίνιση και επέκταση του ξενοδοχείου.

Το 1937 δημιούργησε Τουριστική Σχολή εντός του ξενοδοχείου και στο πλαίσιο της λειτουργίας αυτής απέστειλε τρεις φοιτητές αυτής στις ξενοδοχειακές σχολές της Λωζάννης και των Παρισίων. Κατά τη διάρκεια της πλούσιας σταδιοδρομίας του συνδιαλέχθηκε με σημαντικές προσωπικότητες του τουρισμού όπως με τον Χίλτον, των ομώνυμων ξενοδοχείων, με τον Κριστέμπερρυ, ιδιοκτήτη του ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης "Ambassador" κ.α.

Η σχέση του με τον Γούναρη

Αν και ο Δημήτριος Γούναρης ήταν αρκετά γνωστός δικηγόρος και πολιτικός ήδη από την εποχή που ο Πετρακόπουλος κατοικούσε στην Πάτρα, δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των δύο. Άλλωστε ο Πετρακόπουλος ήταν οπαδός του ρουφικού κόμματος και στενός συνεργάτης του Ιωάννου Ρούφου. Με τον ερχομό όμως του Γούναρη στην Αθήνα, η σχέση τους άρχισε να αποκτά υπόσταση. Το γεγονός άλλωστε ότι είχαν την ευχέρεια να συναντιούνται εκτός Πατρών, δηλαδή εκτός του πεδίου πολιτικής αντιπαράθεσης που η Πάτρα συμβόλιζε, διαδραμάτισε θετικό ρόλο. Με αφορμή μια τυχαία συνάντηση στην οδό Σταδίου, το 1902, ξεκίνησε μια ιδιαίτερη φιλία, η οποία όμως σύντομα θα διαλυόταν από την ένταση και την σφοδρότητα της πολιτικής σύγκρουσης της περιόδου του Εθνικού Διχασμού. Τα επαινετικά άρθρα του στον ημερήσιο τύπο για τις παρεμβάσεις του πατρινού πολιτικού συντήρησαν μια σχέση εκτίμησης, η οποία μετεξελίχθηκε σε στενή φιλία τον Αύγουστο του 1909, όταν ο Γούναρης παρέμεινε επί δεκαπενθήμερο στην ιταλική πρωτεύουσα, όπου συναντιόντουσαν σε καθημερινή βάση. Εκεί ήταν που πληροφορήθηκαν για την εκδήλωση του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή. Όπως αναφέρει ο Πετρακόπουλος στην αυτοβιογραφία του, ο Γούναρης εκφράστηκε εξαρχής αρνητικά για το κίνημα αναφέροντας πως "κανένα καλό δεν πρέπει να περιμένωμεν από στρατιωτικούς που παρεβίασαν τον όρκων των και ετέθησαν εκτός του Νόμου".

Μετά την αναχώρησή του από την Ιταλία συναντήθηκαν ξανά το 1910, οπότε και άρχισε νέα περίοδος επανειλημμένων και συχνών συναντήσεων. Βασική επιδίωξη του Πετρακόπουλου ήταν η επίτευξη συνάντησης μεταξύ Βενιζέλου - Γούναρη, προοπτική την οποία είχε αποκλείσει πολλάκις ο τελευταίος στις κατ' ιδίαν συναντήσεις τους. Πρώτη φορά είχε μιλήσει στον Βενιζέλο περί του Γούναρη ήδη από την Κρήτη, με τον δεύτερο να εκφράζει αρκετές αμφιβολίες για την πρωτοβουλία του πατρινού πολιτικού να αποχωρήσει από το "Κόμμα των Ιαπώνων" και να ενταχθεί στο κυβερνητικό σχήμα υπό τον Θεοτόκη. Σε εκείνη την συζήτηση ο Πετρακόπουλος είχε υπερασπιστεί την στάση του Γούναρη προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο Γούναρης επιχείρησε να εφαρμόσει από μία θέση ευθύνης όλα αυτά που υποστήριζε ως αντιπολίτευση. Ο Βενιζέλος, τότε, δεν φαίνεται να είχε πειστεί, είχε δε επιμείνει στην άποψή του περί απομάκρυνσης του Γούναρη από τον παλαιοκομματισμό. Ύστερα πάντως από αρκετές πιέσεις, και σε συνεννόηση με τον κρητικό πολιτικό, ο Γούναρης δέχτηκε να συναντηθεί στο σπίτι του Πετρακόπουλου, πλην όμως λίγη ώρα πριν την συνάντηση με γράμμα του ανήγγειλε την εσπευσμένη αναχώρησή του για την Πάτρα. Γενικότερα η επιμονή του Γούναρη στον παλαιοκομματισμό και η διαρκής απαισιοδοξία που έτρεφε ως προς την νέα πολιτική κατάσταση φαίνεται να ξένιζε αρκετούς φίλους και υποστηρικτές του. Γι' αυτό τον λόγο ο Βλάσσης Γαβριηλίδης, εκδότης της εφημερίδας "Ακρόπολις", μαζί με τον Θ. Π. μετέβησαν, τον Νοέμβριο του 1911, στην Πάτρα προκειμένου να τον μεταπείσουν. Η συνάντηση αυτή οδηγήθηκε σε παταγώδη αποτυχία καθώς ο Γούναρης "δεν ήθελε να δεχθή πως επήλθε κάποια μεταβολή επί το καλύτερον, αλλά τουναντίον επρόβλεπε οικονομικάς καταστροφάς, νόθευσιν του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και πολλά άλλα ακόμα".

Τον Νοέμβριο του 1912 ο Πετρακόπουλος κλήθηκε από τον Βενιζέλο στο γραφείο του προκειμένου να αναλάβει να προσεγγίσει τον Γούναρη και να το προσφέρει την προεδρία στο κυβερνητικό σχήμα καθώς και υπουργικές θέσεις για τους συνεργαζόμενους με αυτόν μέχρι την τελική έκβαση του πολέμου, οπότε και θα προκηρύσσονταν εκλογές. Στη συνάντηση που ακολούθησε ο Γούναρης καταφέρθηκε με σκληρά λόγια κατά του Βενιζέλου αρνούμενος κάθε συνεργασία. Τον Μάρτιο του 1914 προέκυψε ζήτημα αναπλήρωσης της θέσης του διοικητού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο Πετρακόπουλος πρότεινε στον Μιχαλακόπουλο και τον Βενιζέλο τον Δημήτριο Γούναρη για την θέση. Σε συνεδρίασή του το υπουργικό συμβούλιο εξουσιοδότησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συναντηθεί και να προσφέρει την θέση του διοικητή της Τράπεζας στον Γούναρη. Αν και η συνάντηση είχε κανονιστεί για το επόμενο πρωί στο ξενοδοχείο "Τούριστ", ο Βενιζέλος ουδέποτε εμφανίστηκε. Ο Πετρακόπουλος εξηγεί ότι η μη εμφάνισή του οφειλόταν στην πίεση συγκεκριμένων στελεχών (Ρεπούλης, Ζαΐμης) κατά της τοποθέτησης Γούναρη.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1915, σύμφωνα πάντα με την περιγραφή του ίδιου, ο Πετρακόπουλος μαζί με τον Γούναρη και τον Δημήτριο Μάξιμο κατήλθαν στο Φάληρο για βόλτα. Κατά την επιστροφή τους συνάντησαν στην οδό Βουλής τον συνταγματάρχη Περικλή Γραβάνη, ο οποίος και τους ενημέρωσε ότι ο Βενιζέλος είχε υποβάλει την παραίτησή του και ότι πρωθυπουργός θα διοριζόταν ο Γούναρης! Τις επόμενες ημέρες ο Πετρακόπουλος λειτούργησε ως σύνδεσμος του επερχόμενου πρωθυπουργού με τον Γούναρη μεταφέροντας συστάσεις και οδηγίες, οι οποίες όμως αγνοήθηκαν από τον τελευταίο. Ενδεικτικό πάντως της φιλικής τους σχέσης είναι το γεγονός ότι την ημέρα της ορκωμοσίας του Γούναρη ως πρωθυπουργού έστειλε αμάξι να παραλάβει τον Θ. Π. προκειμένου να τον "καμαρώσει που ετοιμαζόταν να γίνει πρωθυπουργός". Από το σημείο αυτό οι σχέσεις του άρχισαν να διαταράσσονται με αποκορύφωμα την συμπεριφορά υποστηρικτών του Γούναρη εναντίον του Πετρακόπουλου κατά την περίοδο που είχε κληθεί στο στράτευμα από την κυβέρνηση Σκουλούδη. Αν και δεν θεωρούσε ως υποκινητή τον ίδιο τον Γούναρη, ενοχλήθηκε εξαιρετικά από το ότι απαξίωσε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Τα περιστατικά που ακολούθησαν, και τα οποία καταγράφηκαν ως "Νοεμβριανά", και η οικογενειακή ταλαιπωρία που βίωσε, αποτέλεσαν την κατακλείδα της φιλικής τους σχέσης. Το γεγονός ότι στις υπόλοιπες σελίδες της αυτοβιογραφίας του δεν υπάρχει άλλη αναφορά στον Γούναρη - αλλά ούτε και στην εκτέλεσή του το 1922- είναι χαρακτηριστικό της κατάληξης της φιλικής αυτής σχέσης.

Η σχέση του με τον Βενιζέλο

Η φιλία του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο χρονολογείτο ήδη από την εποχή που ο δεύτερος μεσορανούσε στην Κρήτη. Ο Πετρακόπουλος είχε μεταβεί τότε στην Κρήτη προκειμένου να συναντηθεί με τους Βενιζέλο και Μιχελιδάκη για να τους επιδώσει επιστολή προερχόμενη εκ του Υπουργείου Εξωτερικών. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους φαίνεται ότι αναπτύχθηκε αμοιβαία εμπιστοσύνη με αποτέλεσμα οι συναντήσεις να συνεχιστούν σε καθημερινή βάση για όσο χρονικό διάστημα παρέμεινε στην Κρήτη.

Από τότε ο Πετρακόπουλος υπήρξε σταθερός υποστηρικτής του Ελευθέριου Βενιζέλου και σύμβουλος εξ' απορρήτων. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει πολλά περιστατικά που σκιαγραφούν τον χαρακτήρα του Ελευθέριου Βενιζέλου ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αρνητική άποψη που εκφράζει για τον γάμο του τελευταίου με την Έλενα Στεφάνοβιτς - Σκυλίτση, τον οποίο χαρακτηρίζει ως ολέθριο για την Ελλάδα.

Πηγές
  • Άγγελος Βλάχος, Μεγάλη Βρεταννία - ένα ξενοδοχείο σύμβολο, εκδόσεις Κέρκυρα, Κέρκυρα 2003
  • Θεόδωρος Πετρακόπουλος, η ζωή μου, Αθήνα 1961
  • Κώστας Ν. Τριανταφύλλου, Ιστορικό Λεξικόν των Πατρών, εκδόσεις Κούλη, Πάτρα 1995



Δεν υπάρχουν σχόλια: